Υπάρχει μια ηλικία στην ανθρώπινη ζωή όπου όλα μοιάζουν πιθανά. Και αυτή είναι η παιδική ηλικία!!
Όχι επειδή το παιδί πιστεύει συνειδητά ότι είναι υπερήρωας, αλλά επειδή ο ψυχισμός του είναι φτιαγμένος έτσι, ώστε ο κόσμος να περιστρέφεται γύρω από τις ανάγκες του.
Το μωρό κλαίει και αμέσως κάποιος έρχεται. Πεινάει και κάποιος το ταΐζει. Φοβάται και το παίρνουν αγκαλιά. Γελάει και όλοι μαζεύονται γύρω του. Μέσα από αυτές τις επαναλαμβανόμενες εμπειρίες, δημιουργείται μια βαθιά, σωματική αίσθηση πως «ό,τι μου συμβαίνει, βρίσκει απάντηση». Και αυτή είναι η φυσιολογική, αναπτυξιακή παντοδυναμία της πρώιμης παιδικής ηλικίας· το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται η βασική εμπιστοσύνη στη ζωή.
Κάπου όμως αυτή η αίσθηση αρχίζει να αλλάζει μορφή, όταν το παιδί βρεθεί σε ένα περιβάλλον, όπου οι μεγάλοι γύρω του δεν μπορούν να εμφανίσουν σταθερά τον δικό τους συναισθηματικό κόσμο. Όπου οι ενήλικες, κουβαλούν δικά τους τραυματικά, που δεν τους επιτρέπουν, να είναι συναισθηματικά «παρόντες».
Όταν η μαμά είναι συχνά θλιμμένη, θυμωμένη ή αγχωμένη, όταν ο μπαμπάς είναι απρόβλεπτα θυμωμένος ή εύθραυστος, όταν υπάρχει ένταση, σιωπή, απόσυρση ή φόβος μέσα στο σπίτι, το μικρό παιδί δεν έχει τη λογική και την ικανότητα να σκεφτεί: «Αυτό δεν αφορά εμένα, αλλά ανήκει στους μεγάλους».
Μέχρι περίπου τα πέντε του χρόνια, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο είναι μαγικός, μέ σύγχιση για το τι είναι αλήθεια και τι φαντασία και σίγουρα εγωκεντρικός.
Ό,τι συμβαίνει γύρω του, πιστεύει πως συνδέεται μόνο με το ίδιο!! Πιστεύει, πως εκείνο φταίει, που δεν είναι χαρούμενοι η μαμά κι ο μπαμπάς. Εκείνο, φταίει που στενοχωριούνται οι γονείς, γιατί κλαίει…
Έτσι γεννιούνται σκέψεις, που δεν λέγονται με λόγια αλλά γράφονται βαθιά μέσα του και γίνονται πεποιθήσεις:
«Η μαμά είναι στεναχωρημένη εξαιτίας μου», «Αν είμαι ήσυχη/-ος, ο μπαμπάς δεν θα θυμώσει», «Αν δεν ζητάω πολλά, όλα θα είναι καλά», «αν είμαι πιο υπάκουο, θα παίξουν μαζί μου» κ.ο.κ..
Και όταν το παιδί βλέπει, ότι πράγματι η διάθεση του γονιού αλλάζει ανάλογα με τη δική του συμπεριφορά — όταν π.χ. εκείνο χαμογελά και η μαμά φωτίζεται, όταν σωπαίνει και η ένταση πέφτει — σχηματίζεται η πανίσχυρη εσωτερική πεποίθηση: «Τα συναισθήματά μου επηρεάζουν τους μεγάλους. Άρα μπορώ να επηρεάζω ή και ν´ αλλάζω τα πράγματα». Εκεί η φυσιολογική παιδική παντοδυναμία μετατρέπεται σε ψυχικό ρόλο και το παιδί, χωρίς να το επιλέξει, εντελώς αυτόματα και ασυνείδητα, αρχίζει να γίνεται ο φροντιστής των γονιών του.
Αυτό δεν είναι υπερβολική αυτοπεποίθηση. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας, ένας τρόπος να αντέξει ένα αβάσταχτο «εγώ φταίω».
Γιατί, το παιδί για όλα όσα συμβαίνουν στο σπίτι ή στη μαμά και στο μπαμπά, πιστεύει πως αυτό «φταίει» και είναι λιγότερο τρομακτικό να πιστέψει πως «εγώ φταίω και μπορώ να το διορθώσω» παρά «οι μεγάλοι από τους οποίους εξαρτώμαι δεν μπορούν να με προστατεύσουν».
Η ιδέα ότι έχει δύναμη του δίνει μια ψευδαίσθηση ελέγχου μέσα σε έναν κόσμο, που αλλιώς θα ήταν χαοτικός και θα ένιωθε ανασφαλές.
Έτσι αρχίζει να παρατηρεί υπερβολικά, να «διαβάζει» πρόσωπα, να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του, να γίνεται καλό, ώριμο, οργανωμένο, υπεύθυνο. Μαθαίνει να μην επιβαρύνει, να μην κλαίει πολύ, να μην θυμώνει δυνατά, να μην ζητάει παραπάνω. Και εκεί, ακριβώς, ξεχνιέται. Χάνεται στο ρόλο και χτίζει μία ψευδή προσωπικότητα : απ´ έξω μοιάζει δυνατό, δυναμικό, μπορεί να τα καταφέρνει όλα! Από μέσα του, όμως ζει με μια μόνιμη αγωνία: αν εγώ σταματήσω να κρατάω τα πράγματα ισορροπημένα, όλα μπορεί να διαλυθούν, ο κόσμος που ξέρω θα καταρρεύσει.
Και καθώς αυτό το παιδί μεγαλώνει, αυτή η εσωτερική σύμβαση δεν εξαφανίζεται από μόνη της, αλλά συντροφεύει πλέον τον ενήλικο, που γίνεται.
Μόνο που αυτή η πεποίθηση, στην ενήλικη ζωή εμφανίζεται με πιο σύνθετες μορφές. Ο ενήλικος άνθρωπος συνεχίζει, να νιώθει υπεύθυνος για τα συναισθήματα των άλλων, δυσκολεύεται να αντέξει όταν κάποιος γύρω του είναι στεναχωρημένος ή θυμωμένος, προσπαθεί συνεχώς να εξηγήσει, να διορθώσει, να ηρεμήσει και να φτιάξει τα πράγματα. Είναι συνέχεια σε εσωτερική υπερδιέγερση να μη του ξεφύγει, κάποιο λάθος, αγχώνεται για τα πάντα, προσπαθεί να βρει τρόπο να προβλέψει επόμενα βήματα ή κινήσεις για να νιώθει πάντα ασφαλής.
Νιώθει ενοχές όταν βάζει όρια, όταν ξεκουράζεται, όταν δεν είναι διαθέσιμος, όταν θέλει κάτι, που δεν είναι μέσα στα «ΠΡΕΠΕΙ»! Φοβάται τη σύγκρουση, γιατί νιώθει να απειλείται η ίδια η ασφάλεια της σχέσης. Και δεν αντέχει να χάσει τον έλεγχο της σχέσης. Φοβάται, πως αν δείξει αδυναμία θα δουν οι άλλοι πως δεν κατάφερε να κάνει το σωστό και μπαίνει σε ένα συνεχές νοητικό αδιέξοδο Συχνά εξαντλείται, αλλά δεν καταλαβαίνει γιατί, αφού απλώς «κάνει το σωστό». Βαθιά μέσα του, όμως υπάρχει ακόμη εκείνη η παιδική πεποίθηση: «Αν δεν προσέξω εγώ, κάτι κακό θα συμβεί». Και μαζί με αυτήν την πεποίθηση, ασυνείδητα έρχεται και μια βαριά σκιά, που λέει: «Αν είχα τόση δύναμη τότε, ίσως φταίω και για όσα πήγαν στραβά». Η παντοδυναμία μετατρέπεται σιωπηλά σε πανενοχή.
Η αποκατάσταση αρχίζει όταν αυτός ο ενήλικας μπορέσει, σιγά σιγά, να ξεχωρίσει τι ήταν δικό του και τι όχι. Να αναγνωρίσει συναισθηματικά, ότι ένα μικρό παιδί, δεν έχει τη δύναμη να σώσει έναν ενήλικα από τη θλίψη, τον θυμό, την ανωριμότητα ή τα τραύματά του. Ότι τα συναισθήματα των γονιών του ανήκαν στους ίδιους. Ότι τα γεγονότα δεν αφορούσαν μόνο εκείνο. Ότι δεν έφταιγε, γιατί ήταν μόνο ένα παιδί!!
Αυτή η κατανόηση, έρχεται μέσα από τη θεραπεία και δεν είναι μόνο σκέψη· είναι η αντιμετώπιση μιας αλήθειας που φέρνει μαζί της, ένα βαθύ πένθος. Πένθος για εκείνο το παιδί που υπήρξε και που κουβάλησε περισσότερα από όσα του αναλογούσαν, που προσπάθησε να γίνει γέφυρα, στήριγμα, παρηγοριά, χωρίς να έχει τους ώμους για κάτι τέτοιο και που μέσα σε αυτό το βάρος χάθηκε αυτό!
Και καθώς χαλαρώνει η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, συχνά εμφανίζεται ο φόβος και ένα κενό. Μια νέα οπτική που για λίγο φαντάζει τρομακτική: «Αν δεν φροντίζω τους άλλους, θα με θέλουν; Αν δεν είμαι χρήσιμος, έχω αξία;» Εκεί όμως γεννιέται κάτι καινούριο. Η εμπειρία ότι η αξία δεν προκύπτει από το πόσα αντέχω ή πόσα διορθώνω, αλλά από το ότι υπάρχω. Και το «υπάρχω», σημαίνει να μπορώ να φοβάμαι, χωρίς να διαλύομαι, χωρίς να χάνω τις σχέσεις, χωρίς να νιώθω αποσύνδεση από τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου. Αυτή είναι η αληθινή δύναμη της ψυχής και αρχίζει να μοιάζει πολύ διαφορετική από την παιδική παντοδυναμία.
Δεν λέει «μπορώ να τα κάνω όλα», αλλά «δεν χρειάζεται να τα κάνω όλα». Δεν λέει «εγώ θα σώσω τους άλλους», αλλά «μπορώ να είμαι δίπλα στους άλλους, χωρίς να χάνομαι». Δεν φοβάται τόσο την πτώση, γιατί αντιλαμβάνεται πλέον ότι ο κόσμος δεν κρέμεται πάνω του. Έχει την ελευθερία να νιώσει αδύναμία, χωρίς ενοχές!
Και κάπου εκεί συμβαίνει μια εσωτερική ανατροπή, γεμάτη τρυφερότητα. Το παιδικό κομμάτι που κάποτε πίστεψε ότι έπρεπε να κρατάει «όρθιους» τους μεγάλους, για να μην καταρρεύσει ο κόσμος του, αρχίζει να συναντά μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, έναν ενήλικα που του λέει: «Τώρα δεν είσαι μόνος. Δεν χρειάζεται να τους προσέχεις για όλους. Δεν είσαι υπεύθυνο για όλους! Μπορείς να ξεκουραστείς. Εγώ φροντίζω εσένα».
Και όταν αυτή η παντοδυναμία του εσωτερικού παιδιού, αναγνωρίζεται από τον ενήλικα, όχι ως λάθος, αλλά ως η σοφή προσπάθεια της παιδικής ψυχής για να επιβιώσει, τότε σιγά-σιγά μεταμορφώνεται σε κάτι πιο δυνατό, πιο ανθρώπινο! piΜεταμορφώνεται στην ικανότητα να σχετίζομαι, να ζητώ, να δέχομαι, να υπάρχω χωρίς να κρατάω τον κόσμο στους ώμους μου!!